Με το άρθρο 11 παρ 2Α της από 20/3/2020 ΠΝΠ ορίστηκε ότι « επιχειρήσεις οι εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που πλήττονται σημαντικά λόγω των αρνητικών συνεπειών του φαινομένου του κορωνοιού - COVID19 δύνανται να αναστέλλουν τις συμβάσεις εργασίας μέρους ή του συνόλου του προσωπικού τους, προκειμένου να προσαρμοστούν οι λειτουργικές ανάγκες τους στο δυσμενές περιβάλλον που δημιουργείται. Η αναστολή των συμβάσεων μπορεί να εφαρμοστεί μέχρι ένα μήνα από τη δημοσίευσης της παρούσας με δυνατότητα παράτασης με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων λαμβάνοντας υπ όψιν την πορεία εξέλιξης του φαινομένου. ΟΙ επιχειρήσεις - εργοδότες του ιδιωτικού τομέα που κάνουν χρήση της ανωτέρω ρύθμισης απαγορεύεται ρητά να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας για το σύνολο το προσωπικό και σε περίπτωση πραγματοποίησης αυτή είναι άκυρη. Οι επιχειρήσεις - εργοδότες του ιδιωτικού τομέα ου κάνουν χρήση της ανωτέρω ρύθμισης υποχρεούνται μετά τη λήξη της του χρόνου αναστολής των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού τους να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας για χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο της αναστολής».

Με τις διατάξεις του κεφαλαίου Α υποκεφάλαιο Α2 άρθρα 1-8 της ΚΥΑ 12998/32/28-3-2020 εξειδικεύτηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του μέτρου και ειδικότερα: α) Ορίστηκε ότι η διάρκεια της αναστολής είναι 45 ημέρες αρκεί να επιβληθεί μέσα στο χρονικό διάστημα από 21-3-2020 έως 20-4-2020. β) Η επιχείρηση δύναται να θέσει τους λοιπούς εργαζομένους σε εκ περιτροπής εργασία σύμφωνα με το άρθρο 9 της από 20/3/2020 ΠΝΠ γ) Η επιχείρηση απαγορεύεται να προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας για το σύνολο των εργαζομένων και οφείλει να διατηρεί τον ίδιο αριθμό εργαζομένων για χρονικό διάστημα ίδιο με το χρονικό διάστημα της αναστολής δηλαδή για 45 μέρες. δ) Επαναλαμβάνει ότι το μέτρο της αναστολής των εργασιακών σχέσεων μπορεί να παραταθεί ανάλογα με την εξέλιξη του φαινομένου. ε ) Οι εργοδότες μπορούν να εφαρμόσουν το μέτρο της αναστολής σταδιακά και για διαφορετικό αριθμό εργαζομένων

Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ 2 της ως άνω ΚΥΑ « επιχειρήσεις – εργοδότες δύνανται να καταβάλλουν στους εργαζομένους τους δικαιούχους της αποζημίωσης ειδικού σκοπού επιπλέον ποσό και σε κάθε περίπτωση μέχρι του ποσού των μεικτών καταβαλλόμενων αποδοχών τους εξ ελευθεριότητας».

Με τις ανωτέρω ρυθμίσεις η πολιτεία έδωσε το δικαίωμα στους εργοδότες για σημαντικούς λόγους που ανάγονται κατά τη ρητή διατύπωση, στην ανάγκη να προσαρμοστούν οι λειτουργικές τους ανάγκες στο δυσμενές περιβάλλον που δημιουργείται, να αναστέλλουν μονομερώς τις εργασιακές σχέσεις με μόνο λόγο την προσωρινή οικονομική τους δυσχέρεια. Μάλιστα με το έκτακτο αυτό νομοθέτημα ορίστηκε ότι παρά την αναστολή της εργασιακής σχέσης μπορεί ο εργαζόμενος να αμείβεται, κυρίως αν παρέχει την εργασία του με τηλεργασία ενώ στην πράξη δεν είναι λίγοι οι εργοδότες που απασχολούν εργαζομένους σε αναστολή χωρίς να τίθενται σε τηλεργασία. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι θεσμοθέτησε τη δυνατότητα παράτασης του μέτρου ανάλογα με την πορεία της πανδημίας.

Αναστολή εργασιακών σχέσεων γενικά σημαίνει ότι ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να παρέχει την εργασία του χωρίς όμως να λύεται η εργασιακή σύμβαση . Ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να καταβάλει την εργασία του ενώ η υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή του μισθού εξαρτάται από το είδος της αναστολής.

Μέχρι την θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων η αναστολή των εργασιακών σχέσεων δεν προβλέπονταν ευθέως αλλά ήταν αποτέλεσμα άσκησης ενός νομίμου δικαιώματος κυρίως του εργαζομένου. Πχ με τη χορήγηση άδειας αναπαύσεως, κύησης και λοχείας, με την χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών, με την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας λόγω μη καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων ή μη εξασφάλισης των λόγων υγιεινής και ασφαλείας αναστέλλεται η εργασιακή σχέση. Νόμιμη αναστολή εργασιακής σχέσης είναι και η συμμετοχή των εργαζομένων σε απεργία.

Ο εργοδότης μόνο στην περίπτωση της διαθεσιμότητας και στην περίπτωση της αναστολής της επιχείρησης λόγω ανωτέρας βίας μπορούσε να αναστείλει τις σχέσεις εργασίας. Στην περίπτωση της διαθεσιμότητας υποχρεούνταν στην καταβολή του ημίσεως του καταβαλλόμενου μισθού ενώ στην περίπτωση της αναστολής της επιχείρησης λόγω ανωτέρας βίας ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε μισθού.

Με τις ανωτέρω ρυθμίσεις για πρώτη φορά δίνεται δυνατότητα στον εργοδότη το δικαίωμα, για λόγους που άπτονται στην διασφάλιση των οικονομικών του συμφερόντων, να αναστέλλει την εργασιακή σχέση και μάλιστα μονομερώς Πρόκειται για μια προβληματική διάταξη. Η πολιτεία με τη ρύθμιση αυτή δίνει τη δυνατότητα στον εργοδότη να αναδιαρθρώσει τη λειτουργία της επιχείρησης του θέτοντας μονομερώς τους εργαζομένους σε αναστολή χωρίς κανένα κόστος αφού αναλαμβάνει αυτή την κάλυψη ενός μόνο μέρους του μισθού των εργαζομένων. Προϋπόθεση για τη γέννηση αυτού του δικαιώματος μονομερώς στον εργοδότη είναι η επιχείρηση να πλήττεται σημαντικά λόγω των αρνητικών συνεπειών του φαινομένου του κορωνοιού - COVID 19. Το κριτήριο αυτό είναι προβληματικό διότι οι συνέπειες δεν είναι οι ίδιες για όλες τις επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου αλλά η όποια μείωση του κύκλου εργασιών εξαρτάται από το μέγεθος της επιχείρησης, τα οικονομικά αποτελέσματα προηγουμένων ετών, την οργάνωση της επιχείρησης, των αριθμό των εργαζομένων, τον τόπο δραστηριότητας της επιχείρησης κ.ά. Με τη ρύθμιση αυτή τυποποιείται, αντικειμενικοποιείται και εξειδικεύεται το « σημαντικό πλήγμα », κατά το γράμμα της διάταξης, του εργοδότη, δίνοντας του τη δυνατότητα για υπαγωγή στο μέτρο με μόνη προϋπόθεση την περιγραφή της δραστηριότητας του με συγκεκριμένο ΚΑΔ. Το κριτήριο αυτό δεν συνδέεται άμεσα και αιτιωδώς με την ενεστώσα η την διαφαινόμενη οικονομική ζημία σε τέτοια βαθμό και σε τέτοια έκταση που να δικαιολογεί την αναστολή των εργασιακών σχέσεων. Με τη διάταξη αυτή η πολιτεία αποβλέποντας στο συμφέρον του εργοδότη και όχι την προστασία της παρεχόμενης εργασίας, ανέλαβε ένα μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου λόγω της κρίσης και μάλιστα κατά τρόπο αδιάκριτα οριζόντιο και ομοιόμορφο απαλλάσσοντας τον εργοδότη από την καταβολή του μισθού σε μια επιχείρηση που εξακολουθεί να λειτουργεί. Εξασφάλισε την μείωση του εργατικού κόστους με την εξαφάνιση της παρεχόμενης εργασίας μέσω της αναστολής της εργασιακής σχέσης και την χορήγηση επιδόματος που υπολείπεται των νομίμων ελάχιστων αποδοχών.

Το μέτρο αυτό εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο ρυθμίσεων για τη μείωση και προσαρμογή του χρόνου εργασίας ανεξάρτητα από τα συμφωνηθέντα με την ατομική σύμβαση εργασίας και χωρίς τροποποίηση αυτής. Τέτοιου τύπου ρύθμιση είναι και η εκ περιτροπής εργασία για την ασφαλή λειτουργία της επιχείρησης που προβλέπεται στα στο άρθρο 9 της από 11/3/2020 ΠΝΠ.

Η απαγόρευση των απολύσεων για τις επιχειρήσεις που θα αναστείλουν τις εργασιακές σχέσεις είναι κενό γράμμα. Αν ο εργοδότης έχει δικαίωμα, αζημίως μάλιστα, να αναστείλει τις εργασιακές σχέσεις, γιατί να προβεί σε απολύσεις και να επιβαρυνθεί με το κόστος των αποζημιώσεων απολύσεως; Ακόμη και η προστασία για απαγόρευση απολύσεως μετά το πέρας του χρόνου της αναστολής είναι προσχηματική διότι, αν ο εργοδότης έχει αποφασίσει να προβεί σε απόλυση, θα χορηγήσει την άδεια αναπαύσεως άρα η προστασία των 45 ημερών μειώνεται σχεδόν στο μισό. Το χρονικό διάστημα της προστασίας δεν αρκεί για να εκκινήσει μια εργασιακή σχέση που έχει τεθεί σε αναστολή. Το χειρότερο όμως είναι ότι με την αναστολή της εργασιακής σχέσης ο εργαζόμενος φαίνεται να ανήκει στο προσωπικό μιας επιχείρησης χωρίς να απασχολείται και να αμείβεται. Έτσι δεν καταγράφεται στο ποσοστό της ανεργίας αλλά δεν εργάζεται και δεν απολαμβάνει κανένα μισθό. Δημιουργείται μια εφεδρεία στην επιχείρηση από εργαζομένους που τελούν σε αναστολή αυξάνοντας την ανασφάλεια των απασχολουμένων και των υπαγομένων στην αναστολή. Με τον τρόπο αυτό ο εργαζόμενος εξαναγκάζεται σε παραίτηση και ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης

Αν ο νομοθέτης ήθελε να στηρίξει την εργασία και τον εργαζόμενο θα παρείχε πρωτίστως στον εργαζόμενο το δικαίωμα για αναστολή της εργασιακής σχέσης ευθέως σε περιπτώσεις όπως παράβασης της εργατικής νομοθεσίας,, ειδικά στις μέρες μας, όπου η τήρηση των όρων υγιεινής και ασφαλείας είναι βασικό πρόβλημα σε χώρους εργασίας, όπως τα νοσοκομεία και τα σουπερ μάρκετ. Τέτοια δυνατότητα δεν προβλέφθηκε.

Η πολιτεία μαζί με την υγεία πρέπει να διασφαλίσει και να εγγυηθεί την απασχόληση των εργαζομένων με πλήρη δικαιώματα στο ωράριο και το μισθό. Το μέτρο της μονομερούς αναστολής της εργασιακής σχέσης δεν συντείνει στο σκοπό αυτό. Ας μην εφαρμόσουμε στις εργασιακές σχέσεις συστήματα ανοσίας αγέλης γιατί ο ιός της ανεργίας είναι πολύ επικίνδυνος.