Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο «δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν». Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ’όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί. Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002). ( Απορρίπτει την αναίρεση κατά της υπ. αριθμ. 75/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς )

Απόρριψη αναίρεσης
Από την επισκόπηση, όμως, του δικογράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος και του δικογράφου της εφέσεώς του προκύπτει ότι αυτό είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής, με την οποία επιδιωκόταν η καταβολή αποζημίωσης για την παροχή διδακτικού έργου. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αυτό το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με την ασκηθείσα έφεση.

2. Επειδή από το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει, δηλαδή, στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα δικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης (ΚΠολΔ 559 αρ. 19), πρέπει, πλην των άλλων, να προσδιορίζεται αν υπάρχει έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις απολογίες της απόφασης και σε τι αυτή συνίσταται (ΟλΑΠ 32/1996). Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει, επιπρόσθετα, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο δικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996)……. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, με το να δεχθεί ως νόμιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική εκ των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ βάση αυτής, «δεν έχει νόμιμη βάση» (όπως κατά λέξη αναφέρεται, χωρίς ουδεμία πρόσθετη αναφορά). Ο λόγος αυτός, με τον οποίο ουδόλως προσδιορίζεται αν πρόκειται για έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και δεν παρατίθεται κανένα από τα περιστατικά που προέβαλε το αναιρεσείον στην έφεσή του προς απόρριψη της ως άνω, επικουρικής βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, που είχε γίνει δεκτή, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Ομοίως, απαράδεκτος είναι και ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτόν, ότι το δικαστήριο της ουσίας «εφάρμοσε και ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 905 και 300 του ΑΚ και του ν. 1268/1982 και απέρριψε τους ισχυρισμούς» του αναιρεσείοντος, χωρίς ουδόλως να καθορίζει το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή εκάστης διατάξεως.

3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο «δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν». Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ’όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί. Εν όψει, όμως, του ότι μόνο ένα ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης, η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεως ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ως προκύπτον από το αποδεικτικό μέσο που κατά την άποψή του δεν αξιολογήθηκε, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη του «μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα, κυρίως την από 30-11-2006 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσίβλητου και το από 20-10-2005 έγγραφο του Προέδρου του Τμήματος Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης», από τα οποία αποδεικνυόταν ότι «ο αναιρεσίβλητος κακόπιστα εκ των υστέρων επιχειρεί να θεμελιώσει τις απαράδεκτες αξιώσεις του, αφού ενώ επικαλείται […] ηθική βλάβη από τις ενέργειες του Πανεπιστημίου, αυτός συνέχισε να συνεργάζεται». Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 γ’ ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι το περιστατικό, στην απόδειξη του οποίου θα μπορούσε να συμβάλει η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία φέρονται ως αγνοηθέντα, δεν αποτελεί γεγονός δυνάμενο να έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αρνητικό επιχείρημα ως προς το αν η παρανομία των οργάνων του αναιρεσείοντος προκάλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ηθική βλάβη στον αναιρεσίβλητο.