Δικηγορικό Γραφείο Παλαιολόγος Παλαιολόγος και Συνεργάτες - 1077/2016 Απόφαση Πρωτοδικείου Αθηνών ( Διαδικασία Εργατικών Διαφορών )

Απόρριψη της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επισχέσεως. Κάμψη της αρχής μη ευθύνης διοικούντων Α.Ε. – Άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου – Προσωπική ευθύνη του διευθύνοντος συμβούλου σύμφωνα με το 914 ΑΚ – Υποχρέωση του διευθύνοντος συμβούλου αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην καταβολή δεδουλευμένων , μισθών υπερημερίες και αποζημιώσεων απόλυσης- Προσωρινά εκτελεστή η απόφαση.

…………………….Ενώ δε, οι ενάγοντες ανέμεναν ότι η πρώτη εναγόμενη εργοδότριά τους, ως μητρική επιχείρηση του ομίλου θα προέβαινε άμεσα στην εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους, το Νοέμβριο του 2013, δηλαδή λίγο μετά την υπογραφή των νέων συμβάσεων εργασίας μαζί της, πληροφορήθηκαν ότι η τελευταία προτίθεται να καταθέσει αίτηση για την υπαγωγή της στις διατάξεις εξυγίανσης του Πτωχευτικού Κώδικα, την οποία (αίτηση) πράγματι κατέθεσε, ενώπιον του Γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 27-3-2014 με γενικό αριθμό κατάθεσης ………… και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……………. Μάλιστα εκείνο το διάστημα, δηλαδή αμέσως μετά την επαναπρόσληψη των εναγόντων από την πρώτη εναγομένη, η τελευταία προέβη (όπως προαναφέρθηκε) στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της 13ης και της 14ης των εναγόντων, στις 13-11-2013 και στις 29-10-2013, αντίστοιχα, χωρίς να τους καταβάλει τόσο τα δεδουλευμένα τους όσο και την αποζημίωση απόλυσης. Επιπλέον δε, οι 1η, 2η, 4ος, 5ος, 6ος, 7η και 8η των εναγόντων, μετά από οχλήσεις τους για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, που απέβησαν άκαρπες, άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, και συγκεκριμένα, με την από 31-10-2013 εξώδικη δήλωσή τους που κοινοποίησαν στην πρώτη εναγόμενη την 4-11-2013 οι 1η και 2η των εναγόντων (βλ. τη με αριθμό 7227Γ’/4-11-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ……………), με την από 24-11-2013 εξώδικη δήλωσή του που κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη την 25-11-2013 ο 4ος των εναγόντων βλ. τη με αριθμό 7357Γ’/25-11-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ………………), με την από 9-12-2013 εξώδικη δήλωσή τους που κοινοποίησαν στην πρώτη εναγομένη την 10-12-2013 οι 5ος και 6ος των εναγόντων βλ. τη με αριθμό 7443Γ’/10-12-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ……………), με την από 9-12-2013 εξώδικη δήλωσή τους που κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη την 11-12-2013 η 8η των εναγόντων βλ. τη με αριθμό 7446Γ’/11-12-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ………………). Η δε 7η των εναγόντων είχε ήδη ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της με την από 23-8-2013 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στην τότε εργοδότριά της εταιρία με την επωνυμία «ΡΗΓΑΣ Polymers Α.Ε.Β.Ε.» την 28-8-2013 (βλ. τη με αριθμό 6850Γ’/28-8-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ……………….), που εξακολουθεί (η επίσχεση εργασίας της) να ισχύει και μετά την πρόσληψή της από την πρώτη εναγομένη, καθώς δεν έπαυσε με κανέναν νόμιμο τρόπο, ήτοι η διάδοχος εταιρεία πρώτη εναγομένη ουδέποτε εναντιώθηκε στην επίσχεση, ούτε την κάλεσε να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της και να της ζητήσει να παρέχει την εργασία της. Στη συνέχεια, στις 31-12-2013, εξαιτίας των μεγάλων χρεών που είχαν συσσωρεύσει οι εταιρίες του Ομίλου «……………..Α.Ε.Β.Ε.» , «……………….. Α.Ε.Β.Ε.», «………………. A.E.T.E.ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ» και «………………… A.E» συγχωνεύτηκαν με την πρώτη εναγομένη, με απορρόφησή τους από την αυτήν, η οποία ανέλαβε με αυτόν τον τρόπο το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των απορροφούμενων εταιριών. Ένα μήνα, δε, πριν λάβει χώρα η ανωτέρω συγχώνευση και συγκεκριμένα, την 25-11-2013, η 3η των εναγόντων και εργαζόμενη στην απορροφούμενη εταιρία «……………………. A.E.T.E.ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ», απολύθηκε από την τελευταία, χωρίς προειδοποίηση και δίχως να της καταβληθούν οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές και η νόμιμη αποζημίωση, ενώ το ίδιο συνέβη την 31-12-2013 με την 11η και την 12η των εναγόντων. Περαιτέρω, συνεπεία της ανωτέρω απορρόφησης, ο μεν 9ος των εναγόντων και εργαζόμενος της εταιρίας  «………………….. A.E.T.E.ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ» μετακινήθηκε αυτοδικαίως στην πρώτη εναγόμενη, ως διάδοχο επιχείρηση στις 31-12-2013, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η συγχώνευση των εταιριών, και απασχολήθηκε σε αυτήν μέχρι την 24-1-2014, οπότε η πρώτη εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και τις οφειλόμενες δεδουλευμένες του αποδοχές, ενώ η 7η των εναγόντων και εργαζόμενη της εταιρίας «……………………… Α.Ε.Β.Ε.» προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη, συνεπεία της ανωτέρω συγχωνεύσεως στις 22-1-2014, παρέχοντας από τότε τις υπηρεσίες της σ’ αυτήν και, όπως προαναφέρθηκε, έχει ήδη ασκήσει με την από 23-8-2013 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στην εργοδότρια τότε εταιρία «…………………….. Α.Ε.Β.Ε.» την 28-8-2013, το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της. Λόγω της παύσης καταβολής των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων, από τον Ιανουάριο του έτους 2013 και εφεξής, οι πρώτοι δέκα εξ αυτών προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, η οποία έλαβε χώρα την 21-2-2014, οπότε η πρώτη εναγομένη δεσμεύτηκε να προβεί σε διακανονισμό για την εξόφληση των οφειλόμενων ποσών, χωρίς ωστόσο να πραγματοποιήσει τις δεσμεύσεις της. Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι οι 1η, 2η, 4ος, 5ος, 6ος, 7η και 8η των εναγόντων νομίμως άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, η δε άσκηση του ανωτέρω δικαιώματός τους έγινε εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθώς υπήρξε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της εργοδότριας – πρώτης εναγομένης (ήτοι, μη πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών για διάστημα μεγαλύτερο των 8 ή 10 μηνών), ενώ η τελευταία δεν είχε δείξει μέχρι τότε (έναρξη των επισχέσεων) καμία πρόθεση για τήρηση των δεσμεύσεών της περί εξόφλησης των οφειλομένων στους εργαζόμενούς της, απορριπτομένης της ένστασης της πρώτης εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των ανωτέρω εναγόντων ως ουσία αβάσιμης.

…………………………………………………………

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης , διευθύνων σύμβουλος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, τα δε υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης είναι ο …………………., αδελφός του δεύτερου εναγομένου, ως αντιπρόεδρος και εντεταλμένος σύμβουλος ΔΣ, η ………………., αδελφή του δεύτερου εναγομένου, ως εντεταλμένη σύμβουλος του ΔΣ και η …………………, μητέρα του δεύτερου εναγομένου, ως μέλος του ΔΣ. Πρόκειται, δηλαδή, για μια επιχείρηση με έντονα προσωποπαγή χαρακτηριστικά, η οποία έχει συστήσει θυγατρικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ενός ομίλου επιχειρήσεων, στα ΔΣ των οποίων, κατά κανόνα, συμμετέχουν τα μέλη της οικογένειας του ………………... Ο δεύτερος εναγόμενος ως Πρόεδρος της πρώτης εναγομένης λαμβάνει όλες τις αποφάσεις που άπτονται και επί των εργασιακών ζητημάτων, τόσο στην εργοδότρια μητρική εταιρία (πρώτη εναγομένη), όσο και στις θυγατρικές εταιρείες. Είναι δε αυτός που έλαβε την απόφαση για την συγκέντρωση των χρεών όλων των θυγατρικών εταιρειών στην μητρική εταιρεία (πρώτη εναγομένη) και για την πρόσληψη στην πρώτη εναγομένη πολλών εργαζομένων των θυγατρικών επιχειρήσεων (μεταξύ των οποίων και εναγόντων), αποδεχόμενος ρητά την ευθύνη για την εξόφληση όλων των οφειλομένων από τις θυγατρικές επιχειρήσεις. Με τον τρόπο αυτό, εμφάνισε αύξηση του εργατικού κόστους της πρώτης εναγομένης και μεγάλο παθητικό σ’αυτήν, ώστε να επιτύχει την υπαγωγή της σε καθεστώς εξυγίανσης, ενώ επιπλέον (λόγω της ρητής αποδοχής των ευθυνών για εξόφληση των οφειλομένων και των υποσχέσεων προς τους ενάγοντες που ανανεώνονταν συνεχώς) καθυστέρησε τη δικαστική επιδίωξη των εργατικών απαιτήσεων των εναγόντων, στερώντας από αυτούς τα στοιχειώδη βιοποριστικά μέσα, με σκοπό αφενός μεν την αποδυνάμωση των απαιτήσεών τους, αφετέρου δε, την απομείωση της περιουσίας του, ώστε να καταστεί ανέφικτη η με οποιαδήποτε τρόπο ικανοποίησή τους. Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με όσα συνάγονται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι η περιγραφόμενη συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της αδικοπραξίας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου –στο σημείο αυτό- του ισχυρισμού περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου εναγομένου, που εκτιμάται ως άρνηση της αγωγής. Ειδικότερα, η συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, αξιολογούμενη τόσο ως φυσικού προσώπου όσο και ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Όπως, προαναφέρθηκε, στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ως κριτήριο των χρηστών ηθών και συνακόλουθα της αντίθετης προς αυτά συμπεριφοράς, λαμβάνονται υπόψη οι ιδέες, που κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου επικρατούν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Στην προκειμένη περίπτωση και εν τω μέσω της οικονομικής κρίσης (η οποία ως πασίδηλο γεγονός, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη) που πλήττει την χώρα μας, η μη πληρωμή δεδουλευμένων αποδοχών, αλλά και η με οποιοδήποτε τρόπο ματαίωση της δικαστικής τους επιδίωξης, αποτελεί καταφανώς συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος ευλόγως θα ανέμενε – ως ένδειξη καλής πίστης και κατανόησης προς τους εργαζομένους – την καταβολή έστω ενός ποσού ως έναντι των οφειλομένων. Αντιθέτως, ο δεύτερος εναγόμενος εκμεταλλευόμενος – εις βάρος του συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος της εργασίας και της αμοιβής της (άρθρο 22 του Συντάγματος) – τον κεφαλαιουχικό χαρακτήρα των εταιρειών με τις οποίες δραστηριοποιείται, με προκλητικό τρόπο δεν εξόφλησε τις απαιτήσεις των εργαζομένων και προέβαινε σε κατάθεση αίτησης για την υπαγωγή της πρώτης εναγομένης στις διατάξεις της εξυγίανσης του Πτωχευτικού Κώδικα, χωρίς καν να περιλάβει στο σχέδιο εξυγίανσης τις χρηματικές απαιτήσεις των εναγόντων – εργαζόμενών της. Η συμπεριφορά του αυτή, εκτός της ποινικής της απαξίας (παράβαση μονού άρθρου του α.ν. 690/1945 και διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας) είναι παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ήτοι να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημιά σε άλλον, αλλά και υπαίτια, καθώς με απόλυτη συνειδητοποίηση των ενεργειών του και αδιαφορώντας για τη ζημία των εργαζομένων, παρέλειπε δολίως να τους καταβάλει τα οφειλόμενα σε αυτούς ποσά και ενεργούσε αποκλειστικά προς το σκοπό της οικονομικής τους ανέχειας. Επίσης, αποδείχθηκε ότι υφίσταται και η πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνας συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου (η οποία συντίθεται από εξακολουθητικές πράξεις και παραλείψεις, όπως εκτέθηκε) και της ζημίας, που επήλθε στην περιουσία των εναγόντων, η οποία είναι άμεση, αφού, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η συμπεριφορά αυτού (του δεύτερου εναγομένου), όπως αποδείχθηκε και με τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις, που έλαβε χώρα, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα στους ενάγοντες, το οποίο και πράγματι, κατά τα ως άνω, επέφερε και ισούται με το ύψος των οφειλομένων σε αυτούς ποσών για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση απόλυσης. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου θεμελιώνει πρωτογενώς αδικοπρακτική του ευθύνη έναντι των εναγόντων και πρέπει ο δεύτερος εναγόμενος να υποχρεωθεί να ανορθώσει την ισόποση με τις αποδοχές του ζημία τους, η οποία έχει ως αίτιο την ανωτέρω αδικοπραξία. Στην προκειμένη περίπτωση, κάμπτεται η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία και δεν ισχύει, διότι υπάρχει πταίσμα του δεύτερου εναγομένου από αδικοπραξία, οπότε υφίσταται ευθύνη του προσωπικά σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη .